ἑλκυστάζω

ἑλκ-υστάζω, Frequentat.of ἕλκω,
A drag about,

ἵνα μή μιν ἀποδρύφοι ἑλκυστάζων Il.23.187

,24.21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑλκυστάζω — drag about pres subj act 1st sg ἑλκυστάζω drag about pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελκυστάζω — ἑλκυστάζω (Α) σέρνω εδώ κι εκεί …   Dictionary of Greek

  • ἑλκυστάζειν — ἑλκυστάζω drag about pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκυστάζων — ἑλκυστάζω drag about pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκυστῶ — ἑλκυστάζω drag about fut ind act 1st sg (attic epic ionic) ἑλκυστός ductile masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκυστῷ — ἑλκυστάζω drag about fut opt act 3rd sg ἑλκυστός ductile masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαμιστικός — ή, ό [θαμίζω] γραμμ. φρ. «θαμιστικά ρήματα» τα παράγωγα ρήματα τής αρχαίας Ελληνικής που λήγουν σε άζω και έχουν την έννοια τής συχνής εκτέλεσης ή επανάληψης αυτού που σημαίνεται από το πρωτότυπο ρήμα (ῥίπτω ῥιπτάζω, ἡβῶ ἡβάζω, ἕλκω ἑλκυστάζω) …   Dictionary of Greek

  • νευστάζω — (Α νευστάζω) 1. κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός και κάτω 2. κάνω νεύμα («ὀφρύσι νευστάζων», Ομ. Οδ.) 3. νυστάζω, ανεβοκατεβάζω το κεφάλι από τη νύστα αρχ. (για ζώα) χαμηλώνω τα κέρατα. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικό μεταρηματ. παράγωγο τού νεύω (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.